Την απρόσμενη γνωριμία του με τον Γιώργο Μαζωνάκη διηγείται ο Πρ. του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Λάρισας Γιάννης Κόνσουλας, μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook.
Ακολουθεί η ανάρτησή του:
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΖΩΝΑΚΗ
Την ώρα αυτή, που ψάλλεται η εξόδιος ακολουθία, του εγκόσμιου στερνού αντίο, θέλω να γυρίσω στα παλιά και να διηγηθώ μια μικρή ιστορία. Μια ιστορία από εκείνες που, όταν συμβαίνουν, ίσως δεν καταλαβαίνουμε πόσο βαθιά θα χαραχτούν μέσα μας. Μια ιστορία για τη γνωριμία μου με τον Γιώργο Μαζωνάκη.
Ήταν το 1998. Εκείνη την εποχή διάβαζα ατέλειωτες ώρες για τις εξετάσεις του διαγωνισμού των συμβολαιογράφων. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που καθόμουν επί ώρες στο γραφείο και διάβαζα τόσο πολύ. Τόσο πολύ, ώστε οι γονείς μου, βλέποντάς με εξαντλημένο, με σήκωναν από το γραφείο και με «πετούσαν» στο κρεβάτι. Και θυμάμαι ακόμη την ειρωνεία της ζωής: όταν ήμουν μαθητής, γινόταν ακριβώς το αντίθετο!
Εκείνες τις ημέρες είχα δύο διεξόδους.
Η μία ήταν ένα σφαιριστήριο στη Λεωφόρο Νίκης. Εκεί, με το αεροβόλο, ρίχναμε τα φουντάκια και, αν πετυχαίναμε διάνα, πετούσαν από πάνω μας, σαν επιβράβευση, εκείνα τα μικρά τενεκεδένια αεροπλανάκια που ήταν συρόμενα σε έναν διάδρομο.
Η άλλη ήταν το γυμναστήριο στη ΒΙΛΚΑ.
Εκεί, όλη την πνευματική κούραση, το άγχος, την πίεση, όσα κουβαλούσα μέσα μου, τα άφηνα πάνω στα βάρη και στα όργανα του γυμναστηρίου. Πήγαινα αργά τη νύχτα, συνήθως μετά τις δώδεκα, αφού το γυμναστήριο λειτουργούσε όλο το εικοσιτετράωρο.
Και σε έναν διπλανό χώρο του συγκροτήματος της ΒΙΛΚΑ λειτουργούσε, μεταξύ άλλων, ένα νυχτερινό μαγαζί, όπου εκείνη την περίοδο τραγουδούσε ο Γιώργος Μαζωνάκης.
Ένα βράδυ ήμουν μόνος στο γυμναστήριο.
Κάποια στιγμή μπήκε ένας μικρόσωμος, χαμογελαστός τύπος για να αθληθεί. «Υπάρχουν κι άλλοι που γυμνάζονται τέτοια ώρα;» σκέφτηκα με απορία.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και ήρθε δίπλα μου και με ρώτησε πώς και ήμουν τέτοια ώρα στο γυμναστήριο.
Του εξήγησα. Του είπα για το διάβασμα, για την πίεση, για το άγχος, για την κούραση. Του είπα πως εκεί, μέσα στη νύχτα, προσπαθούσα να ξεσπάσω και να αδειάσω το μυαλό μου.
Με άκουσε.
Χωρίς πολλά λόγια.
Κάτι σκέφτηκε. Πήρε ένα τηλέφωνο.
Και μετά γύρισε και μου είπε:
«Έχω ένα τραπέζι για σένα. Πρώτο. Και το μπουκάλι κερασμένο. Μόλις τελειώσεις, έρχεσαι!»
Τον κοίταξα και του είπα:
«Μα, με τις φόρμες είμαι…»
Και εκείνος, αφοπλιστικά, μου απάντησε:
«Δεν με ενδιαφέρει! Κι αν έχεις θέμα, έλα να σου δώσω κάποιο από τα δικά μου ρούχα!»
Αυτός ήταν ο Γιώργος Μαζωνάκης, έτσι όπως τον γνώρισα εγώ. Όχι ο καλλιτέχνης της πίστας. Όχι το όνομα στις μαρκίζες. Όχι ο άνθρωπος που όλοι ήξεραν από τα τραγούδια του.
Ένας άνθρωπος που, μέσα στη νύχτα, είδε έναν άγνωστο να είναι κουρασμένος και πιεσμένος και αποφάσισε, απλά και αυθόρμητα, να του προσφέρει διασκέδαση.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό που αφήνει πίσω του ένας άνθρωπος: όχι μόνο όσα τραγούδησε, αλλά όσα έκανε να νιώσουν οι άλλοι.
Ο Γιώργος τραγούδησε για τις μεγάλες αγάπες, για τους χωρισμούς, για τις νύχτες, για εκείνες τις στιγμές που ο άνθρωπος μένει μόνος με τον εαυτό του. Τραγούδησε για το «Τέλος», για το «Σάββατο», για το «Gucci φόρεμα», για όλα εκείνα που έγιναν κομμάτια της ζωής μιας ολόκληρης γενιάς.
Όμως για μένα, από σήμερα, τα τραγούδια του θα έχουν κι άλλη μία ιστορία.
Θα έχουν εκείνο το βράδυ στη ΒΙΛΚΑ.
Εκείνο το τραπέζι.
Εκείνη την απρόσμενη πρόσκληση.
Εκείνο το χαμόγελο.
Και έναν άνθρωπο που, χωρίς να με γνωρίζει, μου είπε ουσιαστικά: «Έλα. Απόψε μη μείνεις στις σκέψεις και στο άγχος σου».
Ίσως γι’ αυτό ορισμένοι άνθρωποι, όταν φεύγουν, δεν φεύγουν πραγματικά.
Μένουν μέσα στις ιστορίες μας.
Μένουν στις αναμνήσεις μας.
Μένουν σε ένα τραγούδι που ξαφνικά ακούγεται αλλιώς.
Μένουν σε μια νύχτα που δεν ξεχάστηκε ποτέ.
Γιώργο, καλό σου ταξίδι.
Η ταραγμένη σου ψυχή, που τόσο συχνά τραγούδησε τον πόνο, τη μοναξιά και τον έρωτα, ας βρει τώρα, αυτές τις πικρές ώρες, τη γαλήνη που ίσως στερήθηκε το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Κι εμείς θα σε θυμόμαστε όχι μόνο μέσα από τη φωνή σου, αλλά και μέσα από εκείνες τις μικρές, ανθρώπινες πράξεις που κανένα τραγούδι δεν μπορεί να περιγράψει.
Ο πρόωρος και άδικος χαμός σου θα μείνει μέσα μας σαν μια εκκρεμότητα, μια πόρτα ανοιχτή, μια απουσία που πρέπει ν αντέξουν όσοι σ αγάπησαν. Σαν ένα τραγούδι που δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Καλό σου ταξίδι, Γιώργο Μαζωνάκη, λυπάμαι που δεν έτυχε να σε ξανασυναντήσω, λυπάμαι που τώρα κατάλαβα τι ήταν για μένα εκείνο το βράδυ….















































































