Βαθύ πένθος στην ακαδημαϊκή και αρχαιολογική κοινότητα, αλλά και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, προκαλεί η είδηση του θανάτου του Γιάννη Α. Λώλου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 58 ετών.
Ο Γιάννης Λώλος ήταν αναπληρωτής καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπου δίδασκε από το 2002. Ήταν ένας από τους παλαιότερους καθηγητές του Τμήματος και είχε ενεργό παρουσία τόσο στη διδασκαλία όσο και στην αρχαιολογική έρευνα και τις ανασκαφές.
Σύμφωνα με το επίσημο βιογραφικό του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονταν στην Κλασική Αρχαιολογία, την αρχαιολογία του τοπίου, την τοπογραφία και την αρχιτεκτονική. Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του είχε αναλάβει, μεταξύ άλλων, τα μαθήματα «Εισαγωγή στη Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» και «Ανασκαφική».
Ο Γιάννης Λώλος σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Αρχαιολογία στο Paris IV-Sorbonne, όπου έλαβε το βασικό πτυχίο του το 1990 και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών το 1992. Στη συνέχεια, από το 1992 έως το 1998, πραγματοποίησε διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Berkeley, στο μεταπτυχιακό τμήμα Αρχαίας Ιστορίας και Μεσογειακής Αρχαιολογίας, εκπονώντας τη διδακτορική του διατριβή με αντικείμενο την τοπογραφία της Σικυωνίας.
Υπήρξε τακτικό μέλος της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών κατά την περίοδο 1995-1996, ενώ το 1998-1999 διετέλεσε επισκέπτης επίκουρος καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Michigan. Παράλληλα, συμμετείχε σε αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές σε σημαντικές θέσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο στην επιστημονική του πορεία αποτέλεσε η Αρχαία Σικυώνα. Από το 2004 είχε την επιστημονική ευθύνη της αρχαιολογικής έρευνας πεδίου στην περιοχή, στο πλαίσιο διεπιστημονικού προγράμματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συνεργαζόμενων φορέων.
Παράλληλα, από το 2018 συνδιηύθυνε την ανασκαφή του αρχαίου οικισμού στη Μαγούλα Πλατανιώτικη, στην πεδιάδα του Αλμυρού, συμβάλλοντας στην αρχαιολογική έρευνα και ανάδειξη της περιοχής της Μαγνησίας.
Η επιστημονική του διαδρομή περιλάμβανε επίσης συμμετοχές σε ανασκαφές στην Αττική, την Κρήτη, την Κόρινθο, τη Νεμέα, τη Στυμφαλία, καθώς και στην ετρουσκική πόλη Musarna της Ιταλίας.
Με καταγωγή από το Κοκκώνι Κορινθίας, ο Γιάννης Λώλος παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με τον τόπο του και αφιέρωσε μεγάλο μέρος του επιστημονικού του έργου στη μελέτη της αρχαίας Σικυώνας. Το 2024 είχε τιμηθεί από την Εταιρεία Κορινθίων Συγγραφέων με το βραβείο «Ματθαίος Ανδρεάδης». Μετά την είδηση του θανάτου του, η Εταιρεία συνεδρίασε εκτάκτως και εξέδωσε ομόφωνο ψήφισμα για την απώλειά του.
Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, συνάδελφοί του μιλούν για έναν καταξιωμένο επιστήμονα, έναν αγαπητό πανεπιστημιακό δάσκαλο και έναν άνθρωπο με ιδιαίτερη ευαισθησία, που είχε στενή σχέση με τους φοιτητές του και ενεργό συμμετοχή στην έρευνα πεδίου.
Η απώλεια του Γιάννη Λώλου αφήνει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική αρχαιολογική έρευνα, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και στους ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί του. Το επιστημονικό του έργο, ωστόσο, και ιδιαίτερα η πολυετής έρευνά του για τη Σικυώνα και τις αρχαιολογικές θέσεις της Θεσσαλίας, αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη.













































































