Σταθερά στο πλευρό της Τεχεράνης ακόμα και εν μέσω πολέμου με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και παρά τις προειδοποιήσεις περί κυρώσεων από την Ουάσινγκτον, παραμένει η Κίνα, καθώς σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν περίπου 1.300 αποστολές εξαρτημάτων διπλής χρήσης από κινεζικούς προμηθευτές προς το υπουργείο Άμυνας του Ιράν, συμβάλλοντας – παρά τις σημαντικές απώλειες – στη διατήρηση των οπλικών του προγραμμάτων.
Βάσει στοιχείων που αντλήθηκαν από τα τελωνειακά αρχεία του Ιράν, μία από τις παραδόσεις έφτασε στις 17 Ιουνίου, την ίδια περίοδο κατά την οποία η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη υπέγραφαν εκεχειρία διάρκειας 60 ημερών, ενώ – την ίδια στιγμή – η Κίνα προωθούσε τον ρόλο της ως διαμεσολαβητή για την ειρήνη. Δύο ημέρες αργότερα ακολούθησαν περισσότερες από δώδεκα ακόμη αποστολές, οι οποίες περιείχαν εξαρτήματα αξίας άνω των 6 εκατ. δολαρίων, με δυνατότητα χρήσης σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν για άλλη μια φορά την κινεζική υποστήριξη προς την Τεχεράνη, την ώρα της επίσκεψης του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον αυτές τις μέρες, προκειμένου να τεθούν επί τάπητος ζητήματα όπως το εμπόριο, η ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και η Ταϊβάν. Σύμφωνα με τη WSJ, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει σε συνεργάτες του ότι η διατήρηση των σχέσεων με τον Σι αποτελεί προτεραιότητα, ενώ και η παράταση της εμπορικής εκεχειρίας που ανακοίνωσαν οι δύο πλευρές δείχνει πως ο Αμερικανός πρόεδρος κάνει – ενδεχομένως – τα «στραβά μάτια» για τις προμήθειες στο Ιράν.
Τα αρχεία που παρείχε στη WSJ η εταιρεία ImportGenius, τα οποία καλύπτουν την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2026, καταγράφουν χιλιάδες αποστολές προς ιρανικές εταιρείες και το υπουργείο Άμυνας της χώρας. Μεταξύ των προϊόντων περιλαμβάνονται συσκευές GPS, κινητήρες και εξαρτήματα αεροπορικών κινητήρων. Πολλές από τις αποστολές αναφέρουν το Άρθρο 119, το οποίο προβλέπει εξαίρεση των αμυντικών εισαγωγών από δασμούς.
Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, η Κίνα φέρεται να παρέδωσε στο ιρανικό υπουργείο Άμυνας 300 τόνους χημικών ενώσεων. Το εμπόριο ανάμεσα στις δύο χώρες κατέρρευσε την πρώτη περίοδο των συγκρούσεων, ενώ ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός του Απριλίου περιόρισε ακόμη περισσότερο τις προμήθειες. Η Τεχεράνη απάντησε ενισχύοντας τις αεροπορικές συνδέσεις με την Κίνα.
Σύμφωνα με στοιχεία της FlightRadar24, η αεροπορική εταιρεία Mahan Air, η οποία βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις, αύξησε τις πτήσεις της από το Πεκίνο, τη Σαγκάη και την Γκουανγκζού προς την Τεχεράνη από τέσσερις εβδομαδιαίως στις αρχές Μαρτίου σε περίπου 27 στα τέλη Απριλίου. Την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου πραγματοποίησε 39 δρομολόγια Κίνα – Ιράν, αριθμός διπλάσιος από τα προπολεμικά επίπεδα. Ορισμένες από αυτές δεν ήταν διαθέσιμες για κρατήσεις επιβατών. Οι αεροπορικές συνδέσεις συνεχίστηκαν παρά τις ανακοινωμένες αναστολές δρομολογίων προς το Ομάν και την Τουρκία.
Η ερευνήτρια του think tank «Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών» – CSIS, Κέιτ Κόρεν εντόπισε κινεζικές εταιρείες που διαφήμιζαν ευαίσθητα ηλεκτρονικά εξαρτήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται σε drones τύπου Shahed. Σύμφωνα με την ίδια, οι προμηθευτές προσέγγιζαν Ιρανούς πελάτες μέσω εμπορικών εκθέσεων και διαφημίσεων στην περσική γλώσσα.
Οι κινεζικές προμήθειες χημικών φέρεται επίσης να συνέβαλαν στην αναπλήρωση της παραγωγής πυραύλων του Ιράν, η οποία είχε υποστεί ζημιές από ισραηλινές επιθέσεις το 2024. Μετά από δημοσιεύματα για τέτοιες εξαγωγές το 2025, αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν επιχείρηση σε πλοίο που μετέφερε εξαρτήματα διπλής χρήσης από την Κίνα προς το Ιράν.
Σε επιστολή του Δεκεμβρίου, η κινεζική εταιρεία Haokun Energy, η οποία βρίσκεται υπό κυρώσεις, ανέφερε ότι είχε συντονίσει εμπιστευτικές άδειες εξαγωγής για υπερχλωρικό νάτριο (sodium perchlorate), υλικό που χρησιμοποιείται στα καύσιμα πυραύλων, και είχε δημιουργήσει εταιρεία-κέλυφος στο Πεκίνο για τη συναλλαγή. Η Wall Street Journal επιβεβαίωσε την καταχώριση της εταιρείας, αλλά δεν μπόρεσε να διαπιστώσει αν η συμφωνία ολοκληρώθηκε.
Η Ουάσινγκτον στόχευσε επίσης δίκτυα που επιχειρούσαν να προμηθεύσουν το Ιράν με νεότερα κινεζικά φορητά αντιαρματικά ή αντιαεροπορικά συστήματα, με το Ιράν να κατασκευάζει εκδόσεις βασισμένες σε παλαιότερα κινεζικά σχέδια. Μία προσπάθεια που δεν ολοκληρώθηκε, φέρεται να προέβλεπε τη μεταφορά μέσω Λευκορωσίας, ώστε να αποκρυφθεί ως τελικός παραλήπτης το Κέντρο Καινοτομίας και Τεχνολογικής Συνεργασίας του Ιράν. Παράλληλα, το πρακτορείο Tasnim δημοσίευσε πλάνα από εκπαίδευση στελεχών των Φρουρών της Επανάστασης με φορητούς εκτοξευτές.
Η Κίνα ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου
Η Κίνα εξελίχθηκε, παράλληλα, στον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου μετά την εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» του Ντόναλντ Τραμπ το 2018. Οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία 25 ετών το 2021, ενώ Αμερικανοί νομοθέτες εκτιμούν ότι η Κίνα απορροφά πάνω από το 80% των ιρανικών εξαγωγών αργού πετρελαίου.
Τραπεζικά δίκτυα και εταιρείες-κελύφη διευκόλυναν τις πληρωμές, μεταξύ άλλων και σε γουάν, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους και άλλες πηγές που επικαλείται η εφημερίδα.
Σε μία περίπτωση, πωλήσεις ιρανικών πετροχημικών προϊόντων προς την Αίγυπτο μέσω του υποκαταστήματος της Banque Misr στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επρόκειτο να πραγματοποιηθούν σε γουάν μέσω του κινεζικού συστήματος διασυνοριακών πληρωμών (CIPS), μετά τις αμερικανικές αντιδράσεις για πληρωμές σε δολάρια. Η Ουάσινγκτον παρενέβη και σταμάτησε το σχέδιο, ενώ αργότερα κινήθηκε για τον περιορισμό της πρόσβασης του υποκαταστήματος σε δολάρια.
Η Αίγυπτος και η τράπεζα ανέφεραν ότι συνεργάζονται με τις αμερικανικές αρχές, ενώ η Banque Misr δήλωσε ότι τηρεί τις κανονιστικές υποχρεώσεις της. Σύμφωνα με τη WSJ, το Πεκίνο υποψιάστηκε ότι Αιγύπτιοι αξιωματούχοι είχαν μοιραστεί πληροφορίες με την Ουάσινγκτον και ο Σι Τζινπίνγκ έθεσε το ζήτημα στο Κάιρο, την 1η Σεπτεμβρίου.
Αμερικανοί αξιωματούχοι συνέδεσαν επίσης κινεζικές δορυφορικές εικόνες, που αποκτήθηκαν πριν και μετά την ιρανική επίθεση της 17ης Ιουλίου, με το πλήγμα που προκάλεσε τον θάνατο τριών Αμερικανών στρατιωτών στην Ιορδανία. Η Ουάσινγκτον είχε επιβάλει κυρώσεις σε τρεις κινεζικές εταιρείες δορυφορικών εικόνων τον Μάιο.
Παρά τις εκατοντάδες κυρώσεις, στο εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ υπήρχαν διαφωνίες για την αντιμετώπιση της Κίνας. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ υποστήριξε ότι η Κίνα και η Ρωσία επέτρεψαν στο Ιράν να συνεχίσει τις επιχειρήσεις του, ενώ ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλέστηκε διαβεβαιώσεις του Σι ότι δεν υπήρχαν παραδόσεις όπλων, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Τους εμπιστεύομαι». Ο Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε ότι η κινεζική βοήθεια δεν άλλαξε την πορεία του πολέμου.
Η Κίνα απέρριψε τις κατηγορίες για παράνομη υποστήριξη προς το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι εφαρμόζει ελέγχους στις εξαγωγές και αντιτίθεται στις μονομερείς κυρώσεις.
ΠΗΓΗ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ










































































