Το βίντεο από το Μπέλφαστ που έκανε τον γύρο του διαδικτύου ήταν πέρα για πέρα σοκαριστικό. Ένας άνδρας κρατά επιδεικτικά ένα μαχαίρι κουζίνας και δευτερόλεπτα μετά εξαπολύει μια μανιώδη επίθεση εναντίον του ανυπεράσπιστου θύματός του. Τότε, τρεις θαρραλέοι κάτοικοι της περιοχής ορμούν κατά του επιτιθέμενου, την ώρα που έντρομοι περαστικοί παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα. Αυτό το οπτικό υλικό των 54 δευτερολέπτων, που καταγράφηκε από κινητό τηλέφωνο και συγκέντρωσε εκατομμύρια προβολές, αποτύπωσε ταυτόχρονα την απόλυτη ανθρώπινη αγριότητα αλλά και την αυτοθυσία.
Το άγριο περιστατικό σημειώθηκε στην οδό Κινέιρντ Άβενιου, έναν κατοικημένο δρόμο στο βόρειο Μπέλφαστ, λίγο μετά τις 10:30 το βράδυ της Δευτέρας. Ο 25χρονος Νίμον Αμπσίρ, Σομαλός μετανάστης που εργάζεται ως καθαριστής, μόλις είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του για να παραλάβει κάποια έγγραφα από έναν φίλο του. Ξαφνικά, είδε δύο άνδρες στο έδαφος και αρχικά πίστεψε ότι επρόκειτο για έναν απλό καυγά. Μιλώντας στην εφημερίδα The Telegraph, περιέγραψε τις πρώτες δραματικές στιγμές. Ο Αμπσίρ άρχισε να φωνάζει για να τους σταματήσει, όταν άκουσε μια κραυγή που τον «πάγηωσε», με το θύμα να ουρλιάζει για βοήθεια. Μόλις αντιλήφθηκε το μαχαίρι και τα αίματα, άρχισε να κορνάρει για να ξεσηκώσει τη γειτονιά, ενώ μια γυναίκα που έκανε τζόκινγκ κάλεσε αμέσως την Άμεση Δράση.
Στο βίντεο ακούγεται μια γυναίκα -προφανώς εκείνη που τραβάει τα πλάνα- να βρίζει τον δράστη ζητώντας του να αφήσει το θύμα, ενώ στη συνέχεια φωνάζει «γρήγορα, πιάστε τον», καθώς τρεις άνδρες ορμούν στο σημείο. Οι κάτοικοι άρχισαν να χτυπούν τον δράστη προσπαθώντας να απεγκλωβίσουν το αιματοβαμμένο θύμα. Ένας από τους περαστικούς, ο Ματιού Μαγκ Τίρναν, ο οποίος έτυχε να περνά από εκεί κρατώντας ένα «hurley» (το παραδοσιακό ξύλινο μπαστούνι που χρησιμοποιείται στο ιρλανδικό άθλημα χέρλινγκ), χτύπησε επανειλημμένα τον επιτιθέμενο στο κεφάλι. Μόλις έφτασε η αστυνομία, οι πολίτες έκαναν πίσω και δύο αστυνομικοί ακινητοποίησαν τον δράστη. Ο Αμπσίρ περιέγραψε τον επιτιθέμενο ως «κτηνώδη», λέγοντας ότι ακόμα και τώρα τρομάζει στη σκέψη του πώς κάρφωνε το μαχαίρι ξανά και ξανά. Όταν άλλοι γείτονες επέστρεψαν στα σπίτια τους, είδαν τον δράστη δεμένο πισθάγκωνα στο έδαφος και το θύμα να μεταφέρεται στο ασθενοφόρο γεμάτο αίματα στο λαιμό και στο πρόσωπο.
Στα πρόθυρα νέας κοινωνικής έκρηξης η Βόρεια Ιρλανδία
Η επίθεση, η οποία χαρακτηρίστηκε αμέσως ως «περιστατικό ύψιστης ασφαλείας» από την αστυνομία της Βόρειας Ιρλανδίας (PSNI), έφερε με τον πιο βίαιο τρόπο το μεταναστευτικό ζήτημα ξανά στο προσκήνιο. Το γεγονός συνέβη σε μια εξαιρετικά φορτισμένη συγκυρία, καθώς συνέπεσε με την επέτειο των περσινών σφοδρών αντιμεταναστευτικών ταραχών που είχαν συγκλονίσει τη χώρα, όταν δύο έφηβοι Ρομά κατηγορήθηκαν για σεξουαλική επίθεση σε μια κοπέλα στο Μπαλιμίνα.
Έναν χρόνο μετά, πολιτικοί, αστυνομικές Αρχές και τοπικοί ηγέτες απευθύνουν δραματικές εκκλήσεις για ψυχραιμία, φοβούμενοι ένα νέο ντόμινο βίας.
Το φυτίλι, ωστόσο, είχε ήδη ανάψει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μόλις μία ώρα μετά το συμβάν, ο γνωστός ακροδεξιός ακτιβιστής Τόμι Ρόμπινσον κοινοποίησε το βίντεο στους δύο εκατομμύρια ακολούθους του στο X, κάνοντάς το αμέσως viral. Το επόμενο πρωί, ο αναπληρωτής ηγέτης του κόμματος Reform UK, Ρίτσαρντ Τάις, ζήτησε επιτακτικά από την αστυνομία να δημοσιοποιήσει την εθνικότητα και το νομικό καθεστώς του υπόπτου ώστε να προλάβει τη διασπορά ψευδών ειδήσεων, ακολουθώντας τις συστάσεις του ειδικού συμβούλου της κυβέρνησης για την τρομοκρατία, Τζόναθαν Χολ.
Οι αντιδράσεις έφτασαν μέχρι την κορυφή της πολιτικής ιεραρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο πρωθυπουργός Σερ Κιρ Στάρμερ χαρακτήρισε την επίθεση «αποτρόπαια και φρικιαστική», εκφράζοντας τις ευχαριστίες του στους πολίτες που επενέβησαν με κίνδυνο της ζωής τους. Στον αντίποδα, η ηγέτιδα των Συντηρητικών, Κέμι Μπέιντενοκ, άσκησε σκληρή κριτική, αφήνοντας σαφείς αιχμές για αποτυχία στη φύλαξη των συνόρων και διερωτώμενη αν ο δράστης ήταν ένας άνθρωπος που δεν θα έπρεπε καν να βρίσκεται στη χώρα, ενώ και άλλοι βουλευτές ζήτησαν εξηγήσεις από την κυβέρνηση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η αστυνομία του Μπέλφαστ δέχθηκε καταιγισμό ερωτημάτων για την ταυτότητα του δράστη. Μάλιστα, η αρχική επίσημη ενημέρωση που ήθελε τον ύποπτο να κατάγεται από τη Σομαλία ανασκευάστηκε, με τις Αρχές να διευκρινίζουν ότι πρόκειται για υπήκοο Σουδάν. Ωστόσο, η κατάσταση στο διαδίκτυο είχε ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Μηνύματα που αναπαράγονταν μαζικά στο WhatsApp προειδοποιούσαν για «μια μέρα οργής στο Μπέλφαστ», καλώντας άνδρες άνω των 18 ετών να φορέσουν σκούρα ρούχα και να είναι έτοιμοι για συγκρούσεις ή συλλήψεις. Ο φόβος των επεισοδίων ανάγκασε το δημοτικό συμβούλιο του Μπέλφαστ να αναστείλει όλες τις βραδινές υπηρεσίες του, ενώ την ίδια ώρα άρχισαν να διοργανώνονται συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας μέχρι και στο Σαουθάμπτον της Αγγλίας.
Στο βρετανικό Κοινοβούλιο, ο βουλευτής Τζιμ Σάνον προειδοποίησε ότι τα πνεύματα είναι οξυμένα, τονίζοντας ότι πολλοί πολίτες συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις επειδή αισθάνονται ότι οι ανησυχίες τους για την ασφάλεια των οικογενειών τους αγνοούνται συστηματικά. Σε συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, ο βοηθός αρχηγού της αστυνομίας, Ράιαν Χέντερσον, πέρα από τα εύσημα στους πολίτες που έτρεξαν προς τον κίνδυνο, αναγκάστηκε να απαντήσει στο φλέγον ερώτημα για το καθεστώς του δράστη. Όπως επιβεβαίωσε, ο Σουδανός είχε λάβει επίσημη άδεια παραμονής στη Βόρεια Ιρλανδία, είχε εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω Δουβλίνου και ζούσε πολύ κοντά στο σημείο της επίθεσης.
Στην οδό Κινέιρντ Άβενιου, η οργή των κατοίκων ξεχειλίζει. Οι γείτονες στρέφουν τα βέλη τους κατά των συγκροτημάτων κοινωνικών κατοικιών που διαχειρίζεται ο οργανισμός Radius Housing, όπου στεγάζονται πολλοί πρόσφυγες. Ένας κάτοικος, που διατήρησε την ανωνυμία του, δήλωσε ότι τα συγκεκριμένα διαμερίσματα «είναι γεμάτα μετανάστες και τοξικοεξαρτημένους», προσθέτοντας ότι η κατάσταση «έβραζε» εδώ και καιρό και ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγούσε σε κάτι κακό.
Ένας άλλος γείτονας, ο 50χρονος Νικ, δήλωσε ότι η αγριότητα της επίθεσης του θύμισε τη στυγερή δολοφονία του στρατιώτη Λι Ρίγκμπι από ισλαμιστές το 2013, καταλήγοντας ότι η καθημερινότητα στην περιοχή έχει μετατραπεί σε εφιάλτη και ότι αν γνώριζε την κατάσταση, δεν θα είχε μετακομίσει ποτέ εκεί. Από την πλευρά του, ο οργανισμός στέγησής Radius Housing αρνήθηκε να προβεί σε οποιοδήποτε σχόλιο, επικαλούμενος την εξέλιξη της αστυνομικής έρευνας.
ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΘΝΟΣ










































































